

Το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα, το φύλο, η ηλικία, η γεωγραφική περιοχή και μια σειρά άλλων σημαντικών παραγόντων αποτελούν βασικές αιτίες για τη διατήρηση των ανισοτήτων στην υγεία, όπως αυτές καταγράφονται σε έρευνα της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας, οι ανισότητες στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής και φαρμακευτικής περίθαλψης επηρεάζουν χιλιάδες ασθενείς σε ολόκληρη τη χώρα και διαπιστώνεται ότι οξύνθηκαν ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση.
Στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε και αφορούσε το 2024, η πλειονότητα των ερωτηθέντων (58%) θεωρεί ότι η απόσταση και ο χρόνος που απαιτείται για την πρόσβαση σε δομές υγείας αποτελούν δύο σημαντικούς παράγοντες που δυσχεραίνουν την πρόσβασή τους σε αυτές. Ειδικότερα, οι ασθενείς κρίνουν ως πολύ δύσκολο το κλείσιμο ραντεβού με κάποιον ιατρό των μονάδων υγείας, καθώς δεν υπάρχουν συνήθως διαθέσιμοι ιατροί, ενώ ο προγραμματισμός, τόσο για εξετάσεις, ακόμη και τις πιο απλές (π.χ. αιματολογικές), όσο και για νοσηλεία, είναι ιδιαίτερα χρονοβόρος.
Αναφέρεται ακόμη ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη για περισσότερους εξειδικευμένους γιατρούς (π.χ. ρευματολόγους, διαβητολόγους, ογκολόγους) σε δημόσιες δομές υγείας, καθώς σε πολλούς νομούς και περιφέρειες της χώρας δεν υπάρχουν διαθέσιμες τέτοιες ειδικότητες. Οι ασθενείς αναγκάζονται να μετακινούνται για την παρακολούθηση και τις θεραπείες τους στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα κ.λπ.), τα οποία τελικά αδυνατούν να καλύψουν, με το υφιστάμενο προσωπικό, την αυξημένη ανάγκη ιατρικής φροντίδας, με αποτέλεσμα πολύ μεγάλους χρόνους αναμονής για ραντεβού σε όλη τη χώρα.
Ειδικά για τους παιδιατρικούς ασθενείς, σχεδόν όλα τα εξειδικευμένα παιδιατρικά κέντρα (π.χ. παιδοογκολογικά, παιδοδιαβητολογικά, παιδορευματολογικά) βρίσκονται μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Παράλληλα, από τα συνολικά 37 κέντρα εμπειρογνωμοσύνης σπανίων παθήσεων, τα 33 βρίσκονται στην Αθήνα, τα 2 στη Θεσσαλονίκη, ενώ από ένα διαθέτουν η Πάτρα και η Λάρισα.
Σημαντικά προβλήματα εντοπίζονται και στην πρόσβαση σε σύγχρονες τεχνολογίες. Η έρευνα αναφέρει ότι στην περιφέρεια υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις σε διαγνωστικά και θεραπευτικά μηχανήματα, όπως μαγνητικοί και αξονικοί τομογράφοι και συστήματα ακτινοθεραπείας. Ο μικρός αριθμός τους στις δημόσιες δομές έχει ως αποτέλεσμα τεράστιες αναμονές, καθυστερήσεις στη διάγνωση και τη θεραπεία ή τελικά προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα. Σε αρκετές περιπτώσεις, η παντελής έλλειψή τους αναγκάζει τους ασθενείς να μετακινηθούν στην Αθήνα, καθώς τα πλέον σύγχρονα μηχανήματα είναι συνήθως διαθέσιμα μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Σύμφωνα με έκθεση του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 1.815 ευρώ το 2023, έναντι 2.014 ευρώ το 2009. Η πτώση προέρχεται κυρίως από τη μείωση της δημόσιας κατά κεφαλήν δαπάνης. Η συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη στην Ε.Ε. διαμορφώθηκε στα 3.844 ευρώ, με την Ελλάδα να βρίσκεται στο 47% του μέσου όρου της Ε.Ε. και στο 62% των επιπέδων των νοτίων χωρών της Ευρώπης. Η δημόσια κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας διαμορφώθηκε στα 1.105 ευρώ στην Ελλάδα, έναντι 3.082 ευρώ στην Ε.Ε. και 2.114 ευρώ στις νότιες χώρες.
Ειδικότερα για τα φάρμακα, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η δημόσια κατά κεφαλήν δαπάνη για φαρμακευτικά και άλλα υγειονομικά αναλώσιμα ακολουθεί πτωτική πορεία από το 2009, ενώ μετά το 2014 έχει σταθεροποιηθεί σε χαμηλότερα επίπεδα από την Ε.Ε. των 27 και τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Η κατά κεφαλήν δαπάνη διαμορφώθηκε στα 254 ευρώ, σημειώνοντας μικρή αύξηση σε σχέση με το 2022, ενώ στην Ε.Ε. των 27 ήταν 371 ευρώ το 2023 και στις νότιες χώρες 304 ευρώ.
Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα της Ένωσης Ασθενών Ελλάδος, Νίκο Δέδε, «η εμπειρία των ασθενών στην Ελλάδα μας δείχνει δύο πραγματικότητες: από τη μία πλευρά, το Εθνικό Σύστημα Υγείας παραμένει ο βασικός εγγυητής καθολικής και ισότιμης πρόσβασης και, από την άλλη, τα χρόνια προβλήματα υποχρηματοδότησης, οι ελλείψεις σε προσωπικό, η γεωγραφική ανισότητα στην πρόσβαση και η υψηλή ιδιωτική δαπάνη – η δεύτερη υψηλότερη στην Ευρώπη – επιβαρύνουν δυσανάλογα τα νοικοκυριά και τους ασθενείς».
«Σε αυτό το πλαίσιο», συνεχίζει ο κ. Δέδες, «η ασφάλιση – δημόσια και ιδιωτική – μπορεί να έχει ρόλο, αλλά χρειάζεται μια καθαρή στρατηγική και προϋποθέσεις. Πρώτον, καθολική κάλυψη και ισότητα: καμία μεταρρύθμιση δεν πρέπει να αφήνει κανέναν εκτός συστήματος. Η πρόσβαση σε πρόληψη, διάγνωση, θεραπεία και αποκατάσταση πρέπει να είναι ισότιμη, ανεξάρτητα από εισόδημα, ηλικία ή κατάσταση υγείας, και οι παρεμβάσεις να βασίζονται σε τεκμηρίωση και αξιολόγηση με μετρήσιμα αποτελέσματα. Δεύτερον, η ιδιωτική ασφάλιση πρέπει να έχει συμπληρωματικό, και όχι υποκατάστατο ρόλο, προσφέροντας πρόσθετες επιλογές χωρίς να αντικαθιστά τις βασικές υπηρεσίες υγείας που το κράτος οφείλει να παρέχει. Τρίτον, απαιτείται βιωσιμότητα και ορθολογική χρήση πόρων, με διαφάνεια στη διάθεση κάθε διαθέσιμου ευρώ και αναπροσαρμογή της δημόσιας δαπάνης ώστε να συγκλίνει με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ